Κατά καιρούς, δυο επιστημονικές θεωρίες έχουν προκαλέσει ‘σάλον μέγα’ σε Χριστιανούς και μη: η δαρβινική θεωρία περί εξέλιξης στην οντολογία και το Big Bang στην κοσμολογία. Ας αποτολμήσουμε μερικές σκέψεις πάνω στο θέμα αυτό.
Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, εκτός των άλλων, και νόηση. Συνεπώς ο άνθρωπος μπορεί, έχει υποχρέωση, να χρησιμοποιεί ‘τὸ δοθὲν αὐτῷ τάλαντον’ για να γνωρίζει και να ερμηνεύει τον κόσμο γύρω του, έμβιο και άψυχο. Το έργο αυτό είναι πράγματι τιτάνιο. Σε μια εντελώς πρόχειρη και αδρή αναλογία, ας φαντασθούμε ένα μυρμήγκι με νοημοσύνη να επιχειρεί να γνωρίσει και να κατανοήσει ολόκληρο τον πλανήτη μας (για να μη πάμε και πιο μακριά). Και όμως, το ‘νοήμον μυρμήγκι’ που λέγεται άνθρωπος έχει φθάσει σε σχετικά σύντομο (για το μέγεθος του έργου) χρονικό διάστημα να μελετά αφενός τις εσχατιές του εξωτερικού Σύμπαντος και αφετέρου το υπομικροσκοπικό εσωτερικό ‘Σύμπαν’ των ποικίλων βιολογικών οργανισμών. Όλα αυτά είναι αξιοθαύμαστα, αξιέπαινα και ευπρόσδεκτα.
Ωστόσο η θαυμαστή αυτή πρόοδος της γνώσης γίνεται αφορμή για μια πνευματική ταλαιπωρία του ανθρώπου. Έτσι, ένας πιστός, που έχει γαλουχηθεί με την βιβλική εικόνα της εξαήμερης δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου, βλέπει να του παρουσιάζουν οι επιστήμονες ένα μοντέλο κοσμογένεσης που απαιτεί δισεκατομμύρια χρόνια για να συντελεσθεί και δεν φαίνεται να ‘χωράει’ στις έξι μέρες της Γενέσεως. Διαβλέπει και υποψιάζεται μια επίθεση αθεΐας στα ‘πιστεύω’ του και αντιδρά απορρίπτοντας ασυζητητί το μοντέλο αυτό. Ουσιαστικά, εκδηλώνει μια πίστη επιπόλαια, αλλά και τον φόβο του μήπως την χάσει κι αυτή.
Από την άλλη μεριά, εξίσου ταλαίπωρος πνευματικά αναδεικνύεται κι εκείνος που, κραδαίνοντας την (όποια) θεωρία, επιτίθεται αλαζονικά στην πίστη και απορρίπτει κάθε ιδέα θεϊκής υπάρξεως και παρεμβάσεως στο νοητικό οικοδόμημα που με τόσο κόπο και προσπάθεια σχημάτισε. Προσοχή: δεν το δημιούργησε, αλλά το συναρμολόγησε μέσα από μια μακρά σειρά παρατηρήσεων, μελετών και ανακαλύψεων για πράγματα, καταστάσεις και φαινόμενα που προϋπήρχαν γύρω του.
Παρόμοιο το σφάλμα, ο ‘λίθος προσκόμματος’, και των δύο πλευρών: η προσπάθεια της μιας να επιλύσει το πρόβλημα της δημιουργίας με λάθος εργαλεία, ο φόβος της άλλης μήπως η δημιουργία αποδειχθεί κάτι άλλο από αυτό που πιστεύει. Μα, αν ο Θεός χρειάζεται την στήριξη κάποιας επιστημονικής απόδειξης, ή αν η ύπαρξή Του κινδυνεύει να ακυρωθεί με επιστημονικά μέσα, τότε μάλλον είναι κάτι λιγότερο από… θεός. Αν όντως πιστεύουμε «εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων», τότε καμία θεωρία δεν μπορεί να απειλήσει ή να τροποποιήσει την πίστη αυτή. Ο Παντοκράτωρ δεν χρειάζεται συνηγόρους για την ύπαρξή Του. Ωστόσο, ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά το δίλημμα: εξέλιξη ή δημιουργία; Πολύς ο καυγάς, αλλά... για τί ακριβώς;
* * *
Η πολεμική αντιπαράταξη πίστης και επιστήμης είναι εν πολλοίς κατασκεύασμα του ορθολογικού Δυτικού τρόπου σκέψης και του Δυτικού Χριστιανισμού, ο οποίος επηρέασε από πολλές δεκαετίες και τη δική μας προσέγγιση. Στα πλαίσια της αντιπαράταξης αυτής, η εξέλιξη (ή η άρνησή της) χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται κυρίως για να αντικρούσει (ή, αντίστροφα, να υποστηρίξει) την διήγηση της Γένεσης για τη δημιουργία του κόσμου, όπως αυτή διδάσκεται από την Αγία Γραφή. Έτσι οι ‘δημιουργιστές’ (creationists) έρχονται σε αντίθεση με τους εξελικτικούς (evolutionists), και μεταξύ τους ‘χάσμα μέγα εστήρικται’.
Αυτή η τακτική όμως είναι εσφαλμένη. Τα γνωστικά και συλλογιστικά πεδία της πίστης και της επιστήμης είναι δυο παράλληλα επίπεδα: το ένα δεν μπορεί να αναιρέσει ή να αποδείξει το άλλο (έστω κι αν – υπό τύπον λογοπαιγνίου – στην ελληνική γλώσσα η λέξη ‘επιστήμη’ περικλείει ολόκληρη τη λέξη ‘πίστη’). Στο φυσικό επίπεδο μπορώ να αποδεχθώ οποιαδήποτε επιστημονική ερμηνεία για τον κόσμο γύρω μου. Το αν θα κάνω το άλμα στο μεταφυσικό επίπεδο, από τα κτίσματα στον Κτίστη, είναι υπόθεση πίστης και δεν μπορεί να μου το υπαγορεύσει ούτε να το ακυρώσει ο Δαρβίνος και οι επίγονοί του (αν το προσπαθούν, διαπράττουν λογικό σφάλμα).
Ας σκεφθούμε το ακόλουθο πρόχειρο παράδειγμα. Φτάνουμε μ’ ένα πλοίο σ’ ένα άγνωστο ερημονήσι και αρχίζουμε να το εξερευνούμε. Παντού τροπική βλάστηση, δέντρα, λουλούδια, πουλιά, ποτάμια... Ξάφνου βλέπουμε μπροστά μας μια καλαμοπλεγμένη καλύβα και δίπλα της απομεινάρια φωτιάς και μαγειρικά σκεύη. «Κοιτάξτε!» λέει κάποιος, «προφανώς εδώ ζουν άνθρωποι!» «Όχι απαραίτητα», απαντάει ο εξελικτικός της παρέας, «αυτά που βλέπουμε εξελίχθηκαν αυτόματα με τον χρόνο». Πόσο λογική μπορούμε να θεωρήσουμε μια τέτοια πρόταση; Και γιατί πρέπει να δεχθούμε υποχρεωτικά την ύπαρξη κάποιου κατασκευαστή για την καλύβα, αλλά αρνούμαστε πεισματικά την ύπαρξη δημιουργού για τα φυτά, τα δέντρα, τα λουλούδια, τα πουλιά και ό,τι άλλο ‘φυσικό’ βλέπουμε γύρω μας;
Γιατί δεν δέχεται ο άνθρωπος την ύπαρξη δημιουργού; Διότι θα πρέπει να αποδεχθεί την ύπαρξη νόησης ανώτερης από τη δική του (= τρώση του εγωισμού), άρα και εξουσίας (= ποιος βάζει τους κανόνες;), και επομένως και ευθύνης απέναντι στον νομοθέτη (= ηθικές συνέπειες, αλλαγή τρόπου ζωής). Ο υπερφίαλος άνθρωπος δεν μπορεί να δεχθεί κάτι τέτοιο. Προκειμένου να μην απαρνηθεί αυτό που θεωρεί ως κυριαρχία του στον κόσμο, είναι διατεθειμένος να δεχθεί οτιδήποτε άλλο ως τυχαίο γεγονός, ακόμη και με πιθανότητες απείρως μικρές έως ανύπαρκτες.
Έτσι δεν σκέφτεται π.χ. ότι χρειάστηκαν πολλοί αιώνες και πάρα πολλά μυαλά για να φτάσει να ερμηνεύσει κάποια (πολλά, αλλά όχι όλα, και όχι εξ ολοκλήρου) από τα φαινόμενα που ονομάζει φυσικά, από τον κόσμο και τα πλάσματα που βλέπει γύρω του. Και αρνείται πεισματικά να δεχθεί ότι αν η εκ των υστέρων ανάλυση και κατανόηση όλων αυτών των πραγμάτων και φαινομένων χρειάσθηκε τόση προσπάθεια και νοημοσύνη, τότε πόσο μεγαλύτερη νοημοσύνη χρειάσθηκε η εξαρχής δημιουργία τους, ακόμη και η εξέλιξή τους; Και μπορεί η τελευταία να ακολούθησε την πορεία της εντελώς αυθαίρετα και χωρίς καθοδήγηση;
Καμιά θεωρία εξέλιξης δεν είναι ασύμβατη με την πίστη σε Θεό Δημιουργό. Τον Θεό ή τον δέχεσαι ή όχι, δεν μπορείς όμως να Τον αποκλείσεις (ή να Τον αποδείξεις) με όση επιστήμη κι αν συσσωρεύσεις. Η οποιαδήποτε εξέλιξη στο σύμπαν, είτε σε υπομικροσκοπικό είτε σε γαλαξιακό επίπεδο, δεν είναι μια διεργασία που λαμβάνει χώρα αυτόματα. Μπορεί να την ονομάζουμε φυσική, αλλά τι ακριβώς είναι το ‘φυσικό’; Πώς έγινε τόσο… ‘φυσικά’; Αν ως επιστήμονες αναζητούμε για όλα μια αλήθεια, ένα αντικειμενικό ‘γιατί’, πώς ικανοποιούμαστε μ’ ένα τέτοιο γενικό και αόριστο επίθετο που δεν μας λέει τίποτε για την γενεσιουργό αιτία του; Αυτό είναι, νομίζω, ένα καίριο ερώτημα, απέναντι στο οποίο ένα μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας φαίνεται να σηκώνει μάλλον αδιάφορα τους ώμους.
Δεν έχω κανένα πρόβλημα με την εξέλιξη. Σε καθαρά βιολογικό επίπεδο μπορώ να δεχθώ την βαθμιαία εξέλιξη των όντων, σε διάστημα Χ ετών (βάλτε όποιο μεγάλο νούμερο θέλετε), αλλά το προηγούμενο ‘γιατί’ εξακολουθεί να υφίσταται. Τελικά, όποια από τις δυο λέξεις -- εξέλιξη ή δημιουργία -- χρησιμοποιήσει κανείς, θα φτάσει αναγκαστικά σ’ αυτό που ο μακαρίτης Αλ. Τσιριντάνης ονόμαζε ‘φράχτη’: θα πρέπει να αποφασίσει αν θα κάνει το κρίσιμο άλμα από τα φαινόμενα στα μη φαινόμενα, που τόσο ωραία διατυπώνεται στην προς Εβραίους επιστολή: «Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ρήματι Θεοῦ, εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τὰ βλεπόμενα γεγονέναι» (Εβρ. 11:3).
Αυτό που δεν μπορεί να ερμηνεύσει η βιολογική εξέλιξη είναι η ανάπτυξη συνειδήσεως, με την ευρεία έννοια του όρου. Πώς ξέρω ότι υπάρχω; Πώς έχω την αίσθηση του ‘εγώ’, του εαυτού μου, σε αντιδιαστολή με κάθε άλλο ον; Πώς ξέρω ότι μια μέρα θα πεθάνω; Κανένα ζώο, όσο ‘πρωτεύον’ (primate) κι αν είναι, δεν έχει αυτή την επίγνωση. Πώς και γιατί προβληματίζομαι για το ‘μετά’ τον θάνατο; Σε πιο στενό επίπεδο, πώς εννοώ την ηθική συνείδηση, το ‘πρέπει’ και το ‘δεν πρέπει’; Αρκεί η ανατροφή και το κοινωνικό παράδειγμα; Και πώς προέκυψε αυτό; Πώς εξηγείται ο λόγος (ενδιάθετος και έναρθρος); Πώς ερμηνεύεται το αυτεξούσιο και η ελευθερία του ανθρώπου, οι φιλοδοξίες του και οι επιλογές του, που μπορούν να κυριαρχούν ακόμη και πάνω στα ‘φυσικά’ ένστικτα; Ακόμη και σε καθαρά ζωικό επίπεδο, τι ακριβώς είναι αυτά που ονομάζουμε ένστικτα;
Όλα αυτά τα ερωτήματα δεν επιδέχονται απαντήσεις στηριγμένες σε επιστημονικές θεωρίες ή πειράματα. Η Ορθόδοξη χριστιανική ερμηνεία περικλείεται στην απλή φράση της Γένεσης «ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» [Γέν. 2:7]. Δεν μας περιγράφει το ‘πώς’ αλλά τονίζει εμφατικά το ‘Ποιός’ έπλασε τον άνθρωπο και δημιούργησε και όλη την υπόλοιπη κτίση. Θυμούμαι μια καθηγήτρια θεολόγο στο Γυμνάσιο να μας λέει, πριν μερικές δεκαετίες, ότι ο «χοῦς ἀπὸ τῆς γῆς» μπορεί να ήταν οποιοδήποτε έμβιο ον· αυτό που έκανε την ειδοποιό διαφορά από όλα τα άλλα όντα ήταν εκείνη η θεϊκή «πνοὴ ζωῆς» που έκανε τον άνθρωπο «ψυχὴν ζῶσαν», πρόσωπο με λόγο, αυτοσυνειδησία και επίγνωση του εαυτού του και του κόσμου γύρω του και ελεύθερη βούληση. Κι αυτή η πνοή δεν μπορεί να αναλυθεί με κανένα επιστημονικό μέσον· «πίστει μόνῃ» την αποδεχόμαστε. Η αναζήτησή μας σταματάει στο κατώφλι της πίστης: εκούσια, είτε το διαβαίνουμε είτε μένουμε εκτός. Αλλά βέβαια, η κάθε επιλογή έχει και τις (μετα)φυσικές συνέπειές της.
* * *
Το να οχυρωνόμαστε πίσω από μια σχολαστική, κατά λέξιν ερμηνεία της βιβλικής διηγήσεως για την δημιουργία είναι αφελές, και δίνει αφορμή στους ‘απέναντι’ να χλευάζουν την πίστη. Οποιαδήποτε θεωρία για την προέλευση, δημιουργία και εξέλιξη του Σύμπαντος, υλικού και εμβίου, δεν μπορεί να μας πει τίποτε απολύτως για τον Δημιουργό του. Και πώς να πει; «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» [Ιω. 1:18]. Από την άλλη όμως, αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι και ειλικρινείς με την επιστήμη μας, ας σκεφθούμε πολύ απλά: αν εμείς οι άνθρωποι χρειασθήκαμε τόσους αιώνες, τόση έρευνα, τόσα κεφάλια και κεφάλαια, τόση συλλογική σκέψη για να εξιχνιάσουμε τα θαυμάσια του κόσμου (που, σαν τα κεφάλια της μυθικής Λερναίας Ύδρας, δεν φαίνονται να έχουν τέλος…), πώς καταδεχόμαστε (δεν υπάρχει πιο κατάλληλη λέξη) να αρνούμαστε την ύπαρξη Οδηγού Νοός, που είναι μεν απρόσιτος στην επιστημονική έρευνα και απόδειξη, μας δίνει όμως άφθονα τα τεκμήρια της παρουσίας του μέσα από τα δημιουργήματά του; Με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, «τὰ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης» [Ρωμ. 1:20]. Σε μια εντελώς πρόχειρη και απλή αναλογία, μπορεί να μη γνωρίσαμε π.χ. τον Μπαχ ή τον Μότσαρτ, η μελέτη όμως των έργων τους μας αποδεικνύει περίτρανα τη μουσική τους ιδιοφυΐα. Και όπως γράφει ο Μέγας Βασίλειος στους λόγους του στην Εξαήμερο, «οὐκ ἐλαττοῦται ἡ ἐπὶ τοῖς μεγίστοις ἔκπληξις, ἐπειδὰν ὁ τρόπος καθ᾿ ὃν γίνεταί τι τῶν παραδόξων ἐξευρεθῇ».
Εν κατακλείδι, καμιά θεωρία δεν μπορεί να γκρεμίσει την όντως πίστη στον Δημιουργό Θεό. Με ανθρώπινους όρους, είναι σαν να επιχειρούμε να λύσουμε μαθηματικά προβλήματα με κανόνες π.χ. της γλωσσολογίας ή της χημείας (τα λάθος εργαλεία που είπαμε παραπάνω): οδηγούμαστε σε λογικό άτοπο (absurdum). Συνεπώς, ούτε ο πιστός πρέπει να φοβάται ή να αποστρέφεται την επιστήμη, αλλά ούτε και ο άπιστος να επιχειρεί με την επιστήμη να κατεδαφίσει την ‘πέτραν τῆς πίστεως’. Κανένα επιστημονικό μοντέλο για τον κόσμο δεν είναι έξω από τις δυνάμεις και την δικαιοδοσία του Παντοκράτορος. Το κύριο ζητούμενο είναι να έχουμε μάτια καθαρά για να βλέπουμε πίσω από τα φαινόμενα και να αναγόμαστε, δια της πίστεως, «ἀπὸ την κτίσιν πρὸς τὸν κτίσαντα», τον «πάντα ἐν σοφίᾳ ποιήσαντα». Αυτό όμως είναι μια καθαρά ελεύθερη, προσωπική επιλογή.
*πνευμονολόγος, Δρ.Ι., Δρ.Θ.



Τὸ κείμενο θέτει σωστὰ ἕνα γενικὸ πλαίσιο∙ ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ ἀποδείξει οὔτε νὰ ἀναιρέσει τὸν Θεό. Μποροῦμε μάλιστα νὰ προσθέσουμε ὅτι, χωρὶς νὰ ἀποδεικνύει τὸν Θεό, ἡ ἐπιστήμη συχνὰ συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεώς Του, μέσα ἀπὸ τὴ νομοτέλεια καὶ τὴν τάξη ποὺ ἀναδεικνύει στὸν κόσμο ,«οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ καὶ ποίησιν χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα».
Ὅμως τὸ ζήτημα δὲν ἐξαντλεῖται ἐκεῖ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ποῦμε ὅτι ἐπιστήμη καὶ πίστη κινοῦνται σὲ διαφορετικὰ ἐπίπεδα. Χρειάζεται νὰ ἐξετάσουμε τί ἀκριβῶς λέει κάθε συγκεκριμένη θεωρία.
Στὸ ἐπίπεδο τῆς κοσμολογίας, ἡ θεωρία τῆς Μεγάλης Ἔκρηξης δὲν δημιουργεῖ κάποιο πρόβλημα. Περιγράφει τὴν ἐξέλιξη τοῦ σύμπαντος καὶ δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἀναφορά του στὴν αἰτία του.
Ἡ ἐξελικτικὴ θεωρία, ὅμως, στὴ βασική της μορφή, περιγράφει τὴ ζωή ὡς μία συνεχὴ διαδικασία μεταβολῶν, χωρὶς σαφῆ τομὴ μεταξὺ τῶν εἰδῶν. Ὅταν αὐτὴ ἡ λογικὴ ἐπεκτείνεται στὸν ἄνθρωπο, προκύπτει ἕνα κρίσιμο σημείο: δὲν ὑπάρχει καθορισμένη ἀρχὴ τοῦ ἀνθρώπου ὡς διακριτοῦ ὄντος, ἀλλὰ βαθμιαία μετάβαση χωρὶς ἀπόλυτο ὅριο.
Ἐδῶ ἀκριβῶς τίθεται τὸ θεολογικὸ ἐρώτημα.
Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση δὲν μιλᾶ ἁπλῶς γιὰ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς Δημιουργοῦ, ἀλλὰ γιὰ ἄνθρωπο μὲ συγκεκριμένη ἀρχή, γιὰ πρόσωπο, γιὰ τὸν Ἀδὰμ ὡς πραγματικότητα, πάνω στὴν ὁποία θεμελιώνεται ἡ ἔννοια τῆς πτώσης καὶ τῆς σωτηρίας.
Ἄν δὲν ὑπάρχει σαφὴς ἀρχή, δὲν μπορεῖ νὰ προσδιοριστεῖ οὔτε συγκεκριμένο πρῶτο πρόσωπο οὔτε συγκεκριμένο γεγονὸς πτώσης. Στὴν περίπτωση αὐτή, ἡ ἔννοια τοῦ Ἀδὰμ μετατρέπεται ἀναγκαστικὰ σὲ συμβολική.
Τὸ ζήτημα, λοιπόν, δὲν εἶναι μία γενικὴ ἀντιπαράθεση ἐπιστήμης καὶ πίστης. Εἶναι ἂν ἡ περιγραφὴ τῆς ἀνθρώπινης προέλευσης ὡς συνεχούς ἐξέλιξης χωρὶς τομή μπορεῖ νὰ συμβιβαστεῖ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου μὲ σαφῆ ἀρχή.
Ἐπομένως, μὲ βάση τὸ παράδειγμα αὐτῶν τῶν δύο θεωριῶν, μποροῦμε νὰ διακρίνουμε μεταξὺ ἐπιστημονικῶν προσεγγίσεων ποὺ εἶναι συμβατὲς μὲ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἄλλων ποὺ εἰσέρχονται σὲ οὐσιαστικὴ ἀσυμβατότητα μὲ αὐτήν.
Χριστός ανέστη!
Πριν από δεκατέσσερα χρόνια είχα επιμεληθεί για το “Αντίφωνο” κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο των Ιω. Ρωμανίδη και Ιεροθέου, μητρ. Ναυπάκτου, “Εμπειρική Δογματική” (https://antifono.gr/%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%AC%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7-%CE%B4/), κι ακολούθησε μεγάλη συζήτηση.
Κατά την Ορθόδοξη θεολογία, όπως κυρίως τη συνόψισε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, δεν υπάρχει πρόβλημα μεταξύ της άκτιστης (εμπειρικής εν Χριστώ) και κτιστής (επιστημονικής) γνώσης.
Η πρώτη, που αφορά το τι είναι Θεός, τι ο άνθρωπος και πώς ο τελευταίος μπορεί να γίνει θεός κατά χάριν, δηλαδή ν’ αποκτήσει όλα τα γνωρίσματα του Θεού “χωρὶς τῆς κατ’ οὐσίαν ταυτότητος”, αποκτάται με την τήρηση των εντολών του Θεού και τη μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, ούτως ώστε ο πιστός, δια της καθάρσεως της «καρδιάς» του από τα πάθη και τις επιθυμίες, να οδηγηθεί στον φωτισμό του νου και στη θέωση. Μέσω αυτής φθάνει κανείς στη γνώση των “λόγων των όντων” που λέει ο άγιος Μάξιμος, δηλαδή του “γιατί” δημιουργήθηκε το κάθε τι (ο άγιος Παΐσιος όταν πρωτοείδε το Άκτιστο Φως, δηλαδή τον ίδιο τον Θεό, “άκουσε” όλη τη φύση να Τον υμνεί). Όσοι δεν έχουν αποκτήσει αυτή την εμπειρία οφείλουν ν’ ακολουθούν τη διδασκαλία των Πατέρων, των θεοπτών δηλαδή, και να μην αυτοσχεδιάζουν στα περί πίστεως. Η δε πίστη δεν είναι ούτε κάτι το θεωρητικό ή συναισθηματικό, ούτε συνέπεια ορθολογικών διεργασιών. Πρόκειται για κάτι βιωματικό, ένα άγγιγμα της χάρης του Θεού στην ψυχή του ανθρώπου, ο οποίος και τη δυναμώνει. (Είναι χαρακτηριστική η επίκληση του πατέρα του δαιμονιζόμενου προς τον Χριστό: “Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ”.) Είναι αποτέλεσμα σχέσεως με τον Θεό. Γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: “Ἡ πίστις ἀναπόδεικτος γνῶσίς ἐστιν. Εἰ δέ γνῶσίς ἐστιν ἀναπόδεικτος, ἄρα σχέσις ἐστίν ὑπέρ φύσιν ἡ πίστις, δι᾿ ἧς ἀγνώστως, ἀλλ᾿ οὐκ ἀποδεικτικῶς ἑνούμεθα τῷ Θεῷ κατά τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν”.
Η δεύτερη, μέσω της έρευνας και του πειράματος, γνωρίζει πώς λειτουργούν τα στοιχεία της φύσης και τα όντα. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά πάλι, η τεχνολογία και η επιστημονική γνώση, βοηθούν στην αντιμετώπιση των καθημερινών, βιωτικών αναγκών· στη δε θεολογία, η γνώση της φιλοσοφίας βοηθά στην κατανόηση κάποιων όρων που χρησιμοποίησαν οι Πατέρες. Όμως, ο ίδιος λέει ότι ο πιστός κάποια στιγμή πρέπει ν’ αφήσει τη μάθηση και την έρευνα και ν’ ασχοληθεί με την κάθαρση της καρδιάς του.
Οπότε, ο Ορθόδοξος πιστός δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τα πορίσματα των επιστημονικών ερευνών, επειδή γνωρίζει βαθιά μέσα του ότι αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τον Άκτιστο Θεό ο Οποίος αποκαλύπτεται με άλλους τρόπους όταν θέλει, σε όσους θέλει και όπως θέλει. Όλες αυτές οι φοβίες (και κατά συνέπειαν, οι προσπάθειες των «απολογητών» του χριστιανισμού ν’ «αποδείξουν» βάσει των θετικών επιστημών ότι υπάρχειν Θεός, ότι Αυτός δημιούργησε τον κόσμο, κλπ.) οφείλονται στη σύγχυση που επικρατεί στη Δυτική θεολογία εδώ και μια χιλιετία μεταξύ κτιστής και άκτιστης γνώσης και μεταξύ της μεθόδου προσέγγισης του Θεού και των μεθόδων της επιστημονικής έρευνας, ωσάν αυτά να ήταν το ίδιο! Σ’ αυτά έχει απαντήσει εναργώς και διεξοδικώς ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εδώ και 700 περίπου χρόνια, αλλ’ ελάχιστοι τον είχαν καταλάβει πριν από τη δεκαετία του 1960, και λίγοι έχουν κατανοήσει τη σημασία της διδασκαλίας του, ακόμα και σήμερα.
Χριστός Ανέστη
Πράγματι.
Αν στις έρευνες αυτές γυρεύουμε την απόδειξη, δεν θα την βρούμε.
Το βίωμα είναι η απόδειξη.
“Δεν πρόκειται περί γνώσεως, αλλά περί ενώσεως” ως εναργώς και αποκαλυπτικώς επιφέρει ο Λόσκυ.
Αν καιρού επιτρέποντος καταγινόμεθα εις θεολογικάς επισπουδάσεις, καλό και χρήσιμο μου φαίνεται, αλλά όχι κρίσιμο.
Ευχές
Χριστός Ἀνέστη! Εἶναι παντελῶς παράλογο πρᾶγμα ἡ ἀπόδειξη, μέ λογικά/ἐπιστημονικά ἐπιχειρήματα, τῆς ὑπάρξεως ἤ ἀνυπαρξίας τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ἀποδύεται στό Σισύφειο ἔργο νά “ἀποδείξει” τήν ὕπαρξη ἤ ἀνυπαρξία τοῦ Θεοῦ ἐμπίπτει σ’αὐτό πού λέγει ὁ Ἀριστοτέλης στά Μετά τά φυσικά a 6-8, “Ἔστι γάρ ἀπαιδευσία τό μή γινώσκειν τίνων δεῖ ζητεῖν ἀπόδειξιν καί τίνων οὐ δεῖ”
Πολύ διαφωτιστικό τό σχόλιο τοῦ Theo, ὅπως ἐπίσης εὔστοχο καί τό κείμενο τοῦ Ἀ. Παπαγιάννη.
Ο π. Ειρηναίος Δεληδήμος μιλάει κι αυτός ωραία και εύστοχα για το θέμα. Πχ:
https://youtu.be/0SCU72qQEs8?is=1PgYUaGDiWbXNrl0
Μερικά βασικά πράγματα που λέει:
1) To big bang το ανακάλυψαν χριστιανοί. Η άποψη ότι «το big bang είναι παραμύθι των αθέων», δεν ισχύει λοιπόν. Κατά τη χριστιανική διδασκαλία και παράδοση, εξάλλου, ο κόσμος δημιουργήθηκε «εκ του μηδενός» – το ίδιο πράγμα λέει το big bang.
2) Είναι ενδιαφέρον να δούμε τα ρήματα που χρησιμοποιούνται στο εβραϊκό κείμενο για τη δημιουργία (bara και asa). Στο ελληνικό κείμενο χρησιμοποιείται μόνο το «εποίησε». Αντίθετα, στο εβραϊκό κείμενο χρησιμοποιείται πότε το ένα ρήμα (δημιουργώ κάτι εντελώς καινούργιο) και πότε το άλλο (παίρνω κάτι που προϋπήρχε και το αλλάζω λίγο). Στον άνθρωπο χρησιμοποιούνται και τα δύο ρήματα: ο άνθρωπος δηλαδή δημιουργήθηκε και με βάση κάτι που προϋπήρχε, αλλά ταυτόχρονα και σαν κάτι εντελώς καινούργιο. Αυτό μπορούμε να το ερμηνεύσουμε ότι αντικατοπτρίζει την εξέλιξη: βιολογικά, ο άνθρωπος εξελίχθηκε όπως εξελίχθηκε, ωστόσο ταυτόχρονα ο Θεός του έδωσε ψυχή – η ψυχή είναι κάτι εντελώς καινούργιο, που δεν έχουν τα ζώα.
3) Σχετικά με την εξέλιξη, μπορούμε να τη δεχθούμε και με βάση τη «μεταφορική» εικόνα/διήγηση. Ο Θεός φυσικά δεν έχει χέρια ώστε να πλάσει χώμα, είναι μεταφορική αυτή η εικόνα. Αν πάρω όμως χώμα (ή πλαστελίνη) και προσπαθήσω να φτιάξω έναν άνθρωπο, δεν θα γίνει κατευθείαν ένας τέλειος άνθρωπος. Στην αρχή μπορεί να έχει ένα χοντρό κεφάλι ή ένα άσχημο σώμα, και στην πορεία, σιγά-σιγά, θα τον πλάσω σαν έναν τέλειο άνθρωπο. Μπορούμε να φανταστούμε ότι το ίδιο έγινε και με τη δημιουργία του ανθρώπου: πριν «πλαστεί» σε τέλειο άνθρωπο, πέρασε πρώτα από κάποια άλλα στάδια (όπως λέει και η εξέλιξη).
4) Ο Αδάμ και η Εύα μπορούν να θεωρηθούν ιστορικά πρόσωπα (όχι σύμβολα). Οι πρώτοι άνθρωποι που προήλθαν μέσω της εξέλιξης (επειδή έτσι ήθελε ο Θεός).
5) Μαζι με αυτά, ο π. Ειρηναίος έχει αναφέρει και τη σκέψη του π. Ιωάννη Ρωμανίδη για το προπατορικό αμάρτημα. Δεν ήταν φυσικά ότι έφαγαν ένα μήλο, αλλά ότι θέλησαν να γίνουν θεοί στη θέση του Θεού. Και κάθε φορά που οι άνθρωποι θέλουν να γίνουν θεοί στη θέση του Θεού, χάνουν τον παράδεισο. Και σήμερα, που φαίνεται να κάνουμε το ίδιο, μας γυρίζει μπούμερανγκ αυτή η κατάσταση: χάνουμε την ομορφιά μια την αγνότητα της φύσης, γεμίσαμε καρκίνους από τα καυσαέρια κλπ.
Ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως καὶ τὰ ὅριά της
Τὸ ἀδιαμφισβήτητο πρόβλημα ἀσυμβατότητας μεταξὺ θεωρίας τῆς ἐξελίξεως καὶ Ὀρθοδόξου θεολογίας ὀφείλεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸν ἑρμηνευτικὸ χαρακτῆρα ποὺ ἔχει προσδοθεῖ στὴ θεωρία, ὄχι στὰ ἐπιστημονικὰ δεδομένα, οὔτε φυσικὰ στὴν Ὀρθόδοξη θεολογία.
Ἡ ἐπιστήμη, κατὰ τὴ φύση της, ἀσχολεῖται μὲ τὴν παρατήρηση, τὴν περιγραφή καὶ τὴ μοντελοποίηση τῶν φαινομένων. Στὸ πλαίσιο αὐτό, ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως ἀποτελεῖ ἕνα σημαντικὸ ἐργαλεῖο γιὰ τὴν κατανόηση τῆς βιολογικῆς ποικιλίας καὶ τῶν μεταβολῶν ποὺ παρατηροῦνται στὴ φύση. Ἡ συγγένεια τῶν ὀργανισμῶν, οἱ προσαρμογὲς καὶ οἱ διαφοροποιήσεις ἀποτελοῦν δεδομένα ποὺ μποροῦν νὰ μελετηθοῦν ἐντὸς τοῦ ἐπιστημονικοῦ πλαισίου, χωρὶς νὰ δημιουργοῦν καθ᾿ ἑαυτὰ σύγκρουση μὲ τὴν πίστη.
Τὸ κρίσιμο σημεῖο ἐμφανίζεται ὅταν ἀπὸ τὴν παρατήρηση τῶν μεταβολῶν ἐξάγεται ἕνα γενικὸ καὶ καθολικὸ συμπέρασμα. Ἀπὸ τὸ «παρατηροῦμε συνέχεια στὶς βιολογικὲς μεταβολὲς καὶ συγγένειες» περνοῦμε στὸ «ὑπάρχει μόνο συνέχεια». Ἡ μετάβαση αὐτὴ δὲν εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῶν δεδομένων, ἀλλὰ ἑρμηνευτικὴ ἐπέκταση ποὺ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἐπιστήμης.
Τὰ δεδομένα δείχνουν μεταβολὲς καὶ συγγένειες. Δὲν τεκμηριώνουν καθολικὴ συνέχεια χωρὶς τομές. Αὐτὸ εἶναι ἑρμηνευτικὴ γενίκευση!
Ἐδῶ ἀκριβῶς ἀνακύπτει καὶ ἡ ἔνταση μὲ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀρνεῖται τὴ μελέτη τοῦ κόσμου οὔτε τὶς μεταβολὲς ποὺ παρατηροῦνται σ᾿ αὐτόν. Ὅμως ἡ ἀνθρωπολογία της δὲν μπορεῖ νὰ ἐνταχθεῖ σὲ ἕνα σχήμα ἀπόλυτης συνέχειας χωρὶς ἀρχή. Ὁ ἄνθρωπος νοεῖται ὡς πρόσωπο, μὲ σαφῆ ἀρχή, καὶ ὄχι ὡς ἕνα σημεῖο μιᾶς ἀδιάσπαστης ροῆς.
Ἡ διάκριση αὐτὴ εἶναι καθοριστική. Διότι ἐπιτρέπει νὰ ἀποφευχθεῖ μία ψευδὴς ἀντιπαράθεση μεταξὺ πίστεως καὶ ἐπιστήμης καὶ νὰ ἐντοπισθεῖ τὸ πραγματικὸ πρόβλημα∙ ὄχι στὰ ἐπιστημονικὰ δεδομένα, ἀλλὰ στὴν ἑρμηνεία τους. Ἡ ἐπιστημονικὴ θεωρία, ὅταν παραμένει στὰ ὅριά της, μπορεῖ νὰ συνυπάρχει μὲ τὴ θεολογία χωρὶς ἀντίφαση. Ὅταν ὅμως μετατρέπεται σὲ καθολικὴ ἐξήγηση τῆς ὑπάρξεως, ἀποκτᾷ χαρακτῆρα κοσμοθεωρίας.
Ἐν τέλει, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἡ ἐπιστήμη, ἀλλὰ ἡ ὑπέρβασή της. Καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς ἐντοπίζεται ἡ ἀσυμβατότητα∙ ὄχι στὴν παρατήρηση τοῦ κόσμου, ἀλλὰ στὴν ἀπόπειρα νὰ ἑρμηνευθεῖ ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξη μὲ ὅρους ποὺ ἡ ἴδια ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ τεκμηριώσει.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι αὐτὴ ἡ ἑρμηνευτικὴ ὑπέρβαση ἀναπτύσσεται στὸ πλαίσιο τῆς δυτικῆς κοσμοθεωρίας, ἡ ὁποία, ἀρνούμενη τὸν Χριστὸ ὡς κέντρο, μετατοπίζει τὴν ἀναφορὰ τοῦ κόσμου σὲ ἕνα αὐτονομημένο σύστημα ἐξουσίας καὶ κυριαρχίας τοῦ αἰῶνος τούτου, στὸ ὁποῖο δύναται νὰ διαγνωσθεῖ ἡ λειτουργία τοῦ Μαμμωνᾶ, ὡς ἀνταγωνιστικὴ ἀρχὴ πρὸς τὸν Θεό.
Ευχαριστώ όλους για τα σχόλια. Δεν αναφέρθηκα ειδικά στη δημιουργία του ανθρώπου, αλλά γενικά ταυτίζομαι με όσα αναφέρει ο Α. Στο 6ο κεφάλαιο της Γενέσεως αναφέρονται ‘υἱοὶ τοῦ Θεοῦ’ και ‘θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων’. Κάποιοι ερμηνευτές ονομάζουν ‘θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων’ τις απογόνους του Κάιν. Αυτό μάλλον δεν είναι ορθό, διότι η Γραφή λέει ότι μετά τον φόνο του Άβελ η Εύα «συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱόν, καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σήθ, λέγουσα· ἐξανέστησέ μοι ὁ Θεὸς σπέρμα ἕτερον ἀντὶ Ἄβελ, ὃν ἀπέκτεινε Κάιν» [Γέν. 4:25]. Άρα δεν είχε άλλο παιδί μεταξύ Άβελ και Σηθ. Συνεπώς από ποιον μπορεί να κινδύνευε ο Κάιν και του έβαλε σημάδι ο Θεός για να τον προστατεύσει, όπως διαβάζουμε λίγο νωρίτερα; [Γέν. 4:15]. Προφανώς από κάποιους άλλους, αλλά ποιους;
Η αντιδιαστολή “τοῦ Θεοῦ” και “τῶν ἀνθρώπων” πιθανώς υποσημαίνει την ύπαρξη μιας γενεάς ανθρώπων που προήλθαν από φυσική εξέλιξη, και μιας γενεάς που έλαβε την ζωοποιό πνοή του Θεού, αρχίζοντας από τον Αδάμ και την Εύα, και είναι πλασμένη “κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ”. Η επιμειξία των δύο ειδών από καθαρά σαρκικό φρόνημα [Γέν. 6:2] είναι αυτή που προκαλεί την αποστροφή του Θεού και οδηγεί στον κατακλυσμό. Μια τέτοια ερμηνεία συμβιβάζει την βιβλική διήγηση με την εξέλιξη, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν είναι τυχαία, αλλά λαμβάνει χώρα υπό την παγγνωσία και την πρόνοια του Δημιουργού Θεού.
Ἀγαπητέ γιατρέ,
εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν ἐνδιαφέρουσα τοποθέτηση καὶ τὴν προσπάθεια γεφύρωσης τοῦ βιβλικοῦ λόγου μὲ σύγχρονες ἐπιστημονικὲς προσεγγίσεις.
Ἐπιτρέψτε μου μιὰ παρατήρηση: ἡ ἑρμηνεία ποὺ προτείνετε φαίνεται νὰ πάσχει θεολογικὰ σὲ ἕνα κρίσιμο σημείο. Συγκεκριμένα, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ «δύο γενεές» ἀνθρώπων —μία προερχόμενη ἀπὸ φυσικὴ ἐξέλιξη καὶ μία ἄλλη ποὺ φέρει τὴν ζωοποιὸ πνοὴ τοῦ Θεοῦ— δημιουργεῖται, ἔστω καὶ ἄθελα, μιὰ διάκριση ἐντὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους κατ’ οὐσίαν.
Ὅμως, ἡ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, ὅπως ἀναπτύσσεται στὸ Βιβλίο της Γενέσεως καὶ ἑρμηνεύεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες, ἐπιμένει στὴν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους – ὅλοι οἱ ἄνθρωποι προέρχονται ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα καὶ ὅλοι μετέχουν τοῦ «κατ’ εἰκόνα».
Ἐπιπλέον, ἡ συνήθης ἑρμηνεία τοῦ χωρίου περὶ «υἱῶν τοῦ Θεοῦ» καὶ «θυγατέρων τῶν ἀνθρώπων» στὸ 6ο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως δὲν εἶναι βιολογική, ἀλλὰ ἠθικὴ καὶ πνευματική.
Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα, ἡ πρόταση γιὰ δύο «εἴδη» ἀνθρώπων δύσκολα μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐντὸς τῆς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας, διότι θίγει τὴν καθολικότητα τοῦ «κατ’ εἰκόνα» καὶ, κατ’ ἐπέκταση, τὴν ἑνότητα τῆς σωτηρίας.
Μετὰ σεβασμοῦ καὶ ἐκτιμήσεως, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα χρειάζεται προσεκτικότερη θεολογικὴ διατύπωση, ὥστε νὰ μὴ δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση διπλῆς ἀνθρωπότητας.
Αγαπητέ κ. Μιχόπουλε,
Ευχαριστώ για το σχόλιό σας. Δεν είμαι ειδικός και όσα γράφω είναι εικασία και όχι γνώση. Ωστόσο, νομίζω ότι το ανθρώπινο γένος (όπως το αντιλαμβανόμαστε υπό θεολογική έννοια) μπορεί να νοηθεί μόνο από τη στιγμή της “κατ΄εικόνα” δημιουργίας των Πρωτοπλάστων. Αυτό δεν αποκλείει να προϋπήρχαν ανθρωποειδή όντα (που, ελλείψει ειδικότερου όρου, αναφέρονται στην Γένεση ως “άνθρωποι”, χωρίς όμως την πνοή του Θεού). Επαναλαμβάνω: υπόθεση διατυπώνω και τίποτε περισσότερο.
Ευχαριστώ και πάλι.